Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν: Παλαίχθων | Δεκεμβρίου 30, 2005

Ομοφυλοφιλία

ΟΙ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΟΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η ΣΧΕΣΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ – ΕΡΑΣΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΟΥ – ΕΡΩΜΕΝΟΥ

 

Ἡ συστηματική προπαγάνδα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ἀπό Εὐρωπαίους καί Ἀμερικανούς ἔδωσε ἐκφυλιστικήν χροιάν στήν ἁγνήν καί ἱεράν σχέσιν πού ὑπῆρχε εἰς τήν ἀρχαίαν Ἑλλάδα μεταξύ διδασκάλου – ἐραστοῦ καί μαθητοῦ – ἐρωμένου. Ἔτσι, διεδόθη παντοῦ ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία ὄχι μόνον ἦτο ἀποδεκτή εἰς τούς ἀρχαίους Ἕλληνας ἀλλά καί ὅτι ἦτο πρότυπο ἀρετῆς διά τούς σπουδαίους καί σοφούς ἄνδρας.

Ἀφ’ ἑνός λοιπόν ἀμαύρωσαν τήν εἰκόνα τῆς Ἑλλάδος, δηλαδή τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ Εὐρωπαικοῦ πολιτισμοῦ καί κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ Ἀμερικανικοῦ, πού ἔπρεπε νά ὑποβιβασθῆ, ἀφοῦ ὡς ἀνίσχυρη πλέον δέν ἄρεσε εἰς τούς νῦν ἰσχυρούς νά φαίνεται πολιτισμικῶς ἀνώτερη καί ἀφ’ ἕτερου δικαιολόγησαν τρόπον τινά τήν διαστροφήν των. Διότι ἀπό τήν μεριά τῶν δυτικῶν , εἶναι ἀπολύτως φυσιολογική ἡ διεστραμμένη ὀπτική γωνιά ἀπό τήν ὁποίαν βλέπουν τόσο ὑψηλές ἔννοιες, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐκφυλισμός ἦτο ἀνέκαθεν συνώνυμό του βαρβαρικοῦ κόσμου ἀπό τά ἀρχαία χρόνια (παράθεσις χωρίων τοῦ Στράβωνος διά τάς συνήθειας τῶν βάρβαρων).

Ἡ ὑποτιθεμένη λοιπόν «φυσική» τάσις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων πρός τήν ὁμοφυλοφιλία ἦλθε νά προστεθῆ σέ μία σειρά ψευδοθεωριῶν ὅπως ὁ ἀφροκεντρισμός , ὁ ἰνδοευρωπαϊσμός καί παρομοίου <<ἐγκυρότητος>> θεωρίες. Θεωρίες πού συστηματικῶς πλέον, βλέποντας ἀφ’ ἑνός τήν Ἑλληνικήν πολιτεία νά μήν ἀντιδρᾶ λόγω δειλίας καί δουλικότητος πρός τούς νῦν ἰσχυρούς τοῦ πλανήτου καί ἀφ’ ἕτερου τήν ἀνικανότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νά ἀντιδράσει λόγω τῆς πνευματικῆς παρακμῆς εἰς τήν ὁποίαν τόν ὁδήγησαν, συκοφαντοῦν καί παραχαράττουν τόν Ἑλληνικό πολιτισμό. Καί μάλιστα, μέ τήν διαστρέβλωσιν τῆς ἱστορίας, δημιουργοῦν διά τούς ἑαυτούς των ἐκ τοῦ μηδενός τεχνητά δηλαδή πλαστά πολιτιστικά ὑπόβαθρα πού θά δικαιολογοῦν τήν σημερινήν των ἰσχύν.

Ἐπί τοῦ θέματος, οἱοσδήποτε μελετήσει τά ἀρχαία μας κείμενα μέ καθαρό μυαλό, ἀντικειμενικότητα καί πρωτίστως εἰσερχόμενος εἰς τήν νοοτροπίαν τῆς τότε ἐποχῆς, διαπιστώνει πρώτον τήν ξεκάθαρην στάσιν τῆς ἀρχαιοελληνικῆς κοινωνίας πρός τούς ὁμοφυλόφιλους καί δεύτερον τόν ἀληθινόν ρόλον τοῦ διδασκάλου – ἐραστοῦ ὡς τοῦ ἁγνοῦ μέντορος καί τοῦ μαθητοῦ – ἐρωμένου ὡς τοῦ καθοδηγούμενου ὑπ’ αὐτοῦ πρός τό θεῖον.

Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα δέν ὑπῆρχε φυσικά ὁ ὅρος ὁμοφυλόφιλος ἀλλά ἀντ’ αὐτοῦ ὁ ὅρος κίναιδος = ὁ κινῶν τήν Αἰδώ, αὐτός δηλαδή πού ἀνακινεῖ, πού ἐπισύρει τήν ντροπήν, διότι ἡ Αἰδώς ἦτο ἡ θέα τῆς ντροπῆς. Κίναιδος λοιπόν ἐσήμαινε κυριολεκτικῶς ξεδιάντροπος, ὅρος πού ἀπό μόνος του δηλώνει καί τήν ἀνάλογον ἐκτίμησιν τοιούτων ἀνθρώπων ὑπό τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.

Ἄς ξεκινήσουμε τό θέμα ὅμως ἀπό τό κατώτερο ἐπίπεδο πού ὑπάγεται στό νομικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς.

 

ΑΙ ΝΟΜΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ

Ὁ ρήτωρ Αἰσχίνης πού ἔζη κατά τόν 4ον αἰωναν π.Χ. μᾶς διέσωσε τήν νομοθεσίαν πού ἴσχυε ἀπό τήν ἐποχήν τοῦ Σόλωνος ἕως καί τήν δίκην του. Καί γιά νά προλάβουμε τήν σκέψιν τῶν κακοπροαίρετων, αὐτή ἡ νομοθεσία δέν συνετάχθη γιά νά ἀποτρέψει τούς πολιτούς ἀπό κάτι τό σύνηθες πού εἶχε πλέον ξεπεράσει τά ὅρια, ἀλλά διότι ὅπως λέει ὁ Αἰσχινης ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἀθηναίους :

 

«Σκέψασθε γάρ, ὦ Ἀθηναῖοι, ὅσην πρόνοιαν περί σωφροσύνης ἐποιήσατο ὁ Σόλων ἐκεῖνος, ὁ παλαιός νομοθέτης, καί ὁ Δράκων καί οἱ κατά τούς χρόνους ἐκείνους νομοθέται». Δηλαδή «Σκεφθῆτε πράγματι, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πόσην πρόνοιαν ἔλαβεν ὁ Σόλων ἐκεῖνος, ὁ παλαιός Ἀθηναῖος, καί ὁ Δράκων καί οἱ κατά τούς χρόνους ἐκείνους νομοθέται διά νά διατηρηθοῦν τά χρηστά ἤθη τῆς πόλεως».

 [ 1 – Αἰσχίνης, Κατά Τιμάρχου, παρ. 6 ]

Οἱ νόμοι συνετάχθησαν λοιπόν γιά νά διατηρηθοῦν τά ἤδη ὑπάρχοντα χρηστά ἤθη, δηλαδή τά καλά ἤθη τῆς κοινωνίας των. Ὡς πρός τίς ποινές, αὐτές ἦτο τόσο αὐστηρές πού ἐάν ἐφαρμόζοντο σήμερον, οἱ νομοθέται θά ἐλιθοβολοῦντο ἀπό τίς ὑποτιθέμενες ἀνθρωπιστικές ὀργανώσεις. Ἡ νομοθεσία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν λοιπόν εἶχε ὡς ἑξῆς:

 «Οἱ δέ τῶν παίδων διδάσκαλοι ἀνοιγέτωσαν μέν τά διδασκαλεῖα μή πρότερον ἡλίου ἀνιόντος, κλειέτωσαν δέ πρό ἡλίου δύνοντος. Καί μή ἐξέστω τοῖς ὑπέρ τήν τῶν παίδων ἡλικίαν οὐσιν εἰσιέναι τῶν παίδων ἔνδον ὄντων, ἐάν μή υἱός διδασκάλου ἡ ἀδελφός ἡ θυγατρός ἀνήρ. Ἐάν δε τίς παρά ταυτ’ εἰσίη, θανάτω ζημιοῦσθω. Καί οἱ γυμνασιάρχαι τοῖς Ἐρμαῖοις μή ἐάτωσαν συγκαθιέναι μηδένα τῶν ἐν ἡλικίᾳ τρόπω μηδενί. Ἐάν δέ ἐπιτρέπη καί μή ἐξείργη τοῦ γυμνασίου, ἔνοχος ἔστω ὁ γυμνασιάρχης τῷ τῆς ἐλευθέρων φθορᾶς νόμω. Οἱ δέ χορηγοί οἱ καθιστάμενοι ὑπό τοῦ δήμου ἔστωσαν τήν ἡλικίαν ὑπέρ τετταράκοντα ἔτη. Μετά ταῦτα τοίνυν, ὤ Ἀθηναῖοι, νομοθέτει περί ἀδικημάτων μεγάλων μέν, γιγνομένων δ’ οἶμαι ἐν τῇ πόλει. Ἐκ γάρ τοῦ πράττεσθαι τιν’ ὧν οὐ προσῆκεν, ἐκ τούτου τούς νόμους ἐθενθ’ οἱ παλαιοί. Διαρρήδην γοῦν λέγει ὁ νόμος, ἐάν τίνα ἐκμίσθωση ἐταιρεῖν πατήρ ἡ ἀδελφός ἡ θεῖος ἡ ἐπίτροπος ἡ ὅλως τῶν κύριων τίς, κατ’ αὐτοῦ μέν τοῦ παιδός οὐκ ἐᾶ γραφήν εἶναι, κατά δέ τοῦ μισθώσαντος καί τοῦ μισθωσαμένου, τοῦ μέν ὅτι ἐξεμίσθωσε, τοῦ δε ὅτι, φησιν, ἐμισθώσατο. Καί ἴσα τά ἐπιτίμια ἐκατέρω πεποίηκε».

 

Δηλαδή :

«Οἱ διδάσκαλοι νά μήν ἀνοίγουν τά σχολεῖα πρίν ἀνατείλη ὁ ἥλιος καί νά τά κλείνουν πρίν δύση ὁ ἥλιος. Νά μήν ἐπιτρέπεται εἰς τούς ἔχοντας ἡλικίαν ἀνωτέραν τῆς παιδικῆς νά εἰσέρχωνται εἰς τά σχολεῖα, ὅταν ὑπάρχουν ἐντός αὐτῶν παιδιά, ἐκτός ἐάν πρόκειται περί υἱοῦ, ἀδελφοῦ ἡ γαμβροῦ τοῦ διδασκάλου. Ἐάν δέ κάποιος παρά τήν ἀπαγόρευσιν ταύτην εἰσέρχεται εἰς τό σχολεῖον, νά τιμωρεῖται μέ τήν ποινήν τοῦ θανάτου. Ἐπίσης οἱ ἐπί κεφαλῆς τῆς παλαίστρας νά μήν ἐπιτρέπουν εἰς κανένα ἐνήλικον νά κάθηται μαζί μέ τά παιδιά κατά τάς ἐορτάς τοῦ Ἑρμοῦ, μέ καμμίαν δικαιολογίαν. Ἐάν δέ ἐπιτρέπη τοῦτο εἰς αὐτούς καί δέν τούς ἐκδιώκη ἐκ τῆς παλαίστρας, ὁ ἐπί κεφαλῆς τῆς παλαίστρας θά εἶναι ἔνοχος παραβάσεως τοῦ νόμου περί διαφθορᾶς τῶν ἐλεύθερων παίδων. Οἱ δέ χορηγοί οἱ ὁριζόμενοι ὑπό τοῦ λαοῦ, πρέπει νά ἔχουν συμπληρώσει τό τεσσαρακοστόν ἔτος τῆς ἡλικίας των. Μετά ταῦτα δέ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὁ νομοθέτης κάνει λόγον περί ἐγκληματῶν βαρυτάτων μέν, τά ὁποῖα ὅμως συμβαίνουν, νομίζω εἰς τήν πόλιν. Διότι ἕνεκα τοῦ ὅτι πράττονται μερικά, τά ὁποῖα δέν ἔπρεπε νά πράττωνται, οἱ παλαιοί ἔθηκαν τούς νόμους. Ρητῶς λοιπόν ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι, ἐάν ἕνας πατέρας ἡ ἀδελφός ἡ θεῖος ἡ ἐπίτροπος ἡ ἐν γένει κάποιος ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν ἐξουσίαν ἐπί ἐλευθέρου παιδιοῦ, παραδώση αὐτό ἀντί χρημάτων εἰς κάποιον ἔκφυλον διά σεξουαλικήν ἀπόλαυσιν, δέν ἐπιτρέπεται νά καταδιωχθῆ τό παιδί, ἀλλά ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνῆψαν ἀντί χρημάτων τήν συμφωνίαν αὐτήν, ὁ εἰς διότι τό παρέδωσε καί ὁ ἄλλος διότι τό παρέλαβε πρός τόν ἀνωτέρω σκοπόν. Ὥρισε δέ καί διά τούς δυό τήν ἴδιαν ποινήν».

                                         [ 2 – Αἰσχίνης, Κατά Τιμάρχου, παρ. 12, 13 ]

Ἐδῶ ὁ Αἰσχινης εἶναι ξεκάθαρος. Οἱ αἰσχρές πράξεις τῶν διεστραμμένων, τά βαρύτατα αὐτά ἐγκλήματα διεπράττοντο καί εἰς τάς Ἀθήνας διότι διεστραμμένοι ἄνθρωποι ὑπῆρχον, ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχουν εἰς ἅπαντας τάς ἐποχάς. Στήν δικήν του ὅμως ἐποχήν, ὄχι μόνον δέν ἐθεωροῦντο φυσιολογικά καί συνήθεις ὅπως προπαγανδίζουν οἱ ξένοι τά περιστατικά αὐτά, ἀλλά ἀντιθέτως, ἦτο σαφῶς κατακριτέα καί ἀδιανόητα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος λέει ὅτι ἐπρόκειτο περί βαρυτάτων ἀδικημάτων γιά τά ὁποῖα λέει ὅτι παρ’ ὅλο πού ἦτο βαρύτατα ἐγκλήματα : «γιγνμένων δ’ οἶμαι ἐν τῇ πόλει». Δηλαδή : «νομίζω ὅτι συμβαίνουν εἰς τήν πόλιν» πού ἀποδεικνύει, σύν τοῖς ἄλλοις, ὅτι καί λίγα ἦσαν ἀλλά καί ἀφανῆ τά αὐτά περιστατικά.

Ἀμέσως παρακάτω δε, μᾶς δίνει ἀκόμη μίαν ἀπόδειξιν περί τίνος λόγου συνέθεσαν οἱ πρόγονοί μας τούς νόμους καί συνάμα γιά τό ἐάν ἦτο πολλά ἤ λίγα τοιούτου εἴδους φαινόμενα λέγοντας : «ἐκ γάρ τοῦ πράττεσθαι τινά . . . ἐκ τούτου τούς νόμους ἐθενθ’ οἱ παλαιοί». Δηλαδή : «διότι ἕνεκα τοῦ ὅτι πράττωνται μερικά . . . οἱ παλαιοί ἔθηκαν τούς νόμους». Ἀκολούθως μας παραθέτει τόν αὐστηρότατον νόμον περί ὕβρεως, δηλαδή περί προσβολῆς πού ἀφοροῦσε τίς ποινές πού ἐπεβάλοντο εἰς τούς κακῶς ἐννοουμένους παιδεραστάς:

 «Ἐάν τίς Ἀθηναίων ἐλεύθερον παίδα ὑβρίση, γραφέσθω ὁ κύριος τοῦ παιδός πρός τούς θεσμοθέτας, τίμημα ἐπιγραψάμενος. Οὐ ἄν τό δικαστήριον καταψηφίσηται, παραδοθείς τοῖς ἕνδεκα τεθνάτω αὐθημερόν. Ἐάν δέ εἰς ἀργύριον καταψηφισθῆ, ἀποτεισάτω ἐν ἕνδεκᾳ ἡμέραις μετά τήν δίκην, ἐάν μή παραχρῆμα δύνηται ἀποτίνειν. Ἕως δέ τοῦ ἀποτεῖσαι εἰρχθήτω. Ἔνοχοι δέ ἔστωσαν ταῖσδε ταῖς αἰτίαις καί οἱ εἰς τά οἰκετικά σώματα ἁμαρτάνοντες».

 

Δηλαδή :

«Ἄν κάποιος Ἀθηναῖος προσβάλη ἐλεύθερον παίδα, νά διώκεται ἐνώπιον τῶν θεσμοθετῶν ἀπό ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξουσίαν ἐπί τοῦ παιδιοῦ, ἀφοῦ ἀναγράψη εἰς τήν μήνυσίν του τήν ποινήν, τῆς ὁποίας θεωρεῖ τοῦτον ἄξιον. Ἄν δέ ὁ μηνυθείς καταδικασθῆ, νά παραδοθῆ εἰς τούς ἕνδεκα καί νά θανατωθῆ τήν ἴδιαν ἡμέραν. Ἐάν δέ τοῦ ἐπιβληθῆ χρηματική ποινή, νά τήν καταβάλη ἐντός ἕνδεκα ἡμερῶν μετά τήν δίκην, ἐάν δέν δύναται νά τήν καταβάλη ἀμέσως, μέχρις ὅτου δέν τήν καταβάλη, νά φυλακισθῆ. Εἰς τήν ἴδιαν ποινήν νά ὑπόκεινται καί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποπίπτουν εἰς τάς ἴδιας παραβάσεις καί ὅσον ἀφορᾶ τούς δούλους».

[ 3 – Αἰσχίνης, κατά Τιμάρχου, παρ. 16 ]

Αἵ ποινές ὅπως βλέπουμε, ὡς πρός τήν αὐστηρότητα ἀλλά καί τήν τέλεσιν, ἐπεβάλοντο εὐθύς ἀμέσως ὡσάν πέλεκεις, πρός ἀπογοήτευσιν τῶν τυχόν ἐπίδοξων ἀνωμάλων, οἱ ὁποῖοι ἄν καί λίγοι ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας τῶν προαναφερθέντων χρηστῶν ἠθῶν τῆς πόλεως μέ τά ὁποία ἐξεπαιδεύοντο οἱ πολίτες, θά ἐσκέπτοντο λίαν σοβαρῶς ἐάν θά ἐξέδηλον τάς ἀνωμάλους ὀρέξεις των. Σύν τοῖς ἄλλοις, αἵ ποιναί ἴσχυον καί διά τούς δούλους, δεδομένο πού ἀναδεικνύει καί τήν θέσιν τῶν δούλων εἰς τήν κοινωνίαν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Καί αὐτό εἰς ἀντίθεσιν πρός τήν λανθασμένην ἐντύπωσιν πού ἔχομεν ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν θέσιν τῶν δούλων ἐπί Ρωμαικῆς κυριαρχίας, πού ὄχι μόνον δέν τούς ἐνέτασσον ὅπως οἱ Ἕλληνες εἰς τό νομικόν πλαίσιον διά νά ἔχουν δικαιώματα, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐάν Ρωμαία πολίτης συνουσιάζετο μέ δοῦλον δέν διέπραττε μοιχείαν, διότι νομικῶς ὑπελαμβάνοντο ὄχι ὡς ἄνθρωποι ἀλλά ὡς πράγματα!!!. Φεύγοντας ἀπό τούς νόμους πού ἀφοροῦσαν τήν προστασίαν τῶν παίδων πᾶμε νά δοῦμε τόν νόμον περί ἐταιρήσεως, δηλαδή περί πορνείας, πού ἀφοροῦσε τήν προστασίαν τῶν νεῶν.

«Ἐάν τίς Ἀθηναῖος ἐταιρήση, μή ἐξέστω αὐτῶ τῶν ἐννέα ἀρχόντων γενέσθαι, μηδ’ ἱερωσύνην ἱεράσασθαι, μηδέ συνδικῆσαι τῷ δήμῳ, μηδέ ἀρχήν ἀρχέτω μηδεμίαν, μήτε ἔνδημον μήτε ὑπερόριον, μήτε κληρωτήν μήτε χειροτονητήν, μηδ’ ἐπί κηρυκείαν ἀποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδ’ εἰς τά δημοτελῆ ἱερά εἰσίτω, μηδ’ ἐντός τῶν τῆς ἀγορᾶς περιρραντηρίων πορεύεσθω. Ἐάν δέ τίς ταῦτα ποιῆ, καταγνωσθέντος αὐτοῦ ἐταιρεῖν θανάτω ζημιοῦσθω».

 

 Δηλαδή :

«Ὁ Ἀθηναῖος, ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἐρωμένος ἀνδρός ἀντί χρημάτων, νά μή ἔχη τό δικαίωμα νά ἐκλέγη εἰς ἐκ τῶν ἐννέα ἀρχόντων, οὔτε νά ἀναλάβη ἱερατικόν ἀξίωμα, οὔτε νά παρουσιασθῆ ὡς συνήγορος εἰς δημοσίας δίκας ἤ νά καταλάβη οἱανδήποτε ἐξουσίαν, εἴτε ἐντός τῆς πόλεως, εἴτε ἐκτός τῶν ὁρίων αὐτῆς, εἴτε αὐτή ὁρίζεται διά κλήρου ἤ δι’ ἐκλογῆς, οὔτε νά ἀποστέλλεται ὡς δημόσιος κήρυξ, οὔτε καί νά ἐκφέρη γνώμην, οὔτε νά μετέχη εἰς δημοσίας θρησκευτικάς τελετάς, οὔτε νά φέρει δημόσια τόν στέφανον οὔτε νά περιφέρεται ἐντός τοῦ τμήματος τῆς ἀγορᾶς πού ἔχει καθαρισθῆ διά ραντισμοῦ. Ἐάν  δέ τίς πράττη παρά τάς διατάξεις ταῦτας, ἀφοῦ ἔχει καταδικασθῆ ἐπί ἐταιρήσει, οὗτος νά τιμωρεῖται διά Θανάτου».

                                             [ 4 – Αἰσχίνης, κατά Τιμάρχου, παρ. 21 ]

 

Ὁ νόμος περί ἐταιρήσεως εἶναι πραγματικός καταπέλτης. Οὐσιαστικῶς θέτει, ὄχι ἁπλῶς εἰς τό περιθώριον τούς ὅσους ἐπαφίοντο καί ἐπεδίδοντο εἰς τό χείριστον τῶν παθῶν διά ἕναν ἄνδρα, ἀλλά εἰς τήν ἀνυπαρξίαν.

Ὁ περίφημος ρήτωρ τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος Δημοσθένης, ἀναφέρει ἐπίσης κάποια στοιχεῖα σχετικῶς μέ τόν νόμον περί ἐταιρήσεως: «Ἄξιον τοινυν, ὤ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καί τόν θέντα τόν νόμον ἐξέτασαι Σόλωνα καί θεάσασθαι ὅσην πρόνοιαν ἐποίειτο ἐν ἅπασιν οἷς ἐτίθει νόμοις τῆς πολιτείας καί ὅσω περί τούτου μᾶλλον ἐσπούδαζεν ἡ περί τοῦ πράγματος οὐ τιθείη τόν νόμον. Πολλαχόθεν μέν οὔν ἄν τίς ἴδοι τοῦτο, οὔχ ἥκιστα δ’ ἐκ τούτου τοῦ νόμου, μήτε λέγειν μήτε γράφειν ἐξείναι τοῖς ἠταιρήκοσιν. . . . Ἤιδει γάρ, ἤδει τοῖς αἰσχρῶς βεβιωκόσιν ἁπασῶν οὖσαν ἐναντιοτάτην πολιτείαν ἐν ἧ πασιν ἐξέστι λέγειν τακεινων ὀνειδη. Ἐστι δ’ αὐτή τίς;

Δημοκρατία. Οὔκουν ἐνόμιζεν ἀσφαλές, εἰ πότε συμβήσεται γενέσθαι συχνούς ἀνθρώπους κατά τούς αὐτούς χρόνους εἰπεῖν μέν δεινούς καί θρασεῖς, τοιούτων δ’ ὀνείδων καί κακῶν μεστούς. Πολλά γάρ ἄν τόν δῆμον ὑπ’ αὐτῶν ὑπαχθεντ’ ἐξαμαρτεῖν, κακείνους ἤτοι καταλῦσαι γ’ ἄν πειράσθαι τό πάραπαν τόν δῆμον (ἐν γάρ ταῖς ὀλιγαρχῖαις, οὐδ’ ἄν ὦσιν ἐτ’ Ἀνδροτίωνος τινές αἰσχιον βεβιωκότες, οὐκ ἐστι λέγειν κακῶς τούς ἄρχοντας), ἤ προάγειν ἄν ὡς πονηροτάτους εἶναι, Ἰν’ ὡς ὁμοιότατοι σφισιν ὦσιν. Τήν οὔν ἀρχήν τοῖς τοιούτοις ἀπειπεν μή μετέχειν τοῦ συμβουλεύειν, ἴνα μή φενακισθεῖς ὁ δῆμος ἐξαμαρτοι μηδέν».

 

Δηλαδή :

« Ἀξίζει δέ, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νά προσέξωμεν καί τόν Σόλωνα καί νά παρατηρήσωμεν πόσην πρόνοιαν ἐλάμβανεν εἰς ὅλους τους νόμους τῆς πολιτείας τούς ὁποίους ἔθεσε καί πόσον διά τοῦτο μᾶλλον ἐφρόντιζεν παρά διά τό πράγμα πού ἀφορᾶ κάθε νόμος. Ἀπό πολλά μέν λοιπόν καί ἄλλα δύναται τίς νά ἴδη τοῦτο, πρό πάντων δέ ἀπό αὐτόν τόν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει εἰς τόν αἰσχρῶς ζήσαντα νά ὁμιλῆ καί νά προτείνη ψηφίσματα…..Ἐγνώριζε πράγματι πολύ καλά ὅτι ἀπό ὅλας τάς μορφάς τῆς διακυβερνήσεως τῆς πόλεως, ἡ πλέον ἀντιθέτως πρός τούς αἰσχρῶς ζήσαντας εἶναι ἐκείνη, εἰς τήν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς ὅλους νά καταγγέλουν τάς αἰσχρότητας ἐκείνων. Ποιά δέ εἶναι αὐτή; Ἡ δημοκρατία. Δέν ἐνόμιζεν ἀσφαλές διά τήν πόλιν, ἐάν κάποτε ἤθελε συμβῆ νά παρουσιασθοῦν πολλοί ἄνθρωποι κατά τόν αὐτόν χρόνον καί ἱκανοί μέν νά ὁμιλήσουν καί θρασεῖς, γεμάτοι ὅμως ἀπό τοιαῦτα αἰσχρά ἐλαττώματα. Διότι θά ἠτο δυνατόν τότε ὁ λαός νά παρασυρθῆ ὑπό τούτων εἰς πολλά σφάλματα καί αὐτοί οἱ ἴδιοι μέ τήν σειράν των ἤθελον ἐπιχειρήσει ἡ νά καταλύσουν τήν δημοκρατίαν [διότι εἰς τά ὀλιγαρχικά πολιτεύματα δέν ἐπιτρέπεται νά κακολογοῦν τούς (αἰσχρῶς ζήσαντας) ἄρχοντας, καί ἄν ἀκόμη μερικοί ἔχουν ζήσει κατά τρόπον αἰσχρότερον τοῦ Ἀνδροτίωνος] ἤ νά διαφθείρουν τόν λαόν, διά νά γίνη ὅσον τό δυνατόν ὁμοιότατος πρός αὐτούς. Διά τοῦτο ὁ Σόλων ἀπηγόρευσε ρητῶς εἰς τούς τοιούτους, τό νά μετέχουν εἰς τάς συσκέψεις, ἴνα μή ὁ ἐξαπατηθεῖς ὁ λαός διαπράξη κάποιο σφάλμα».

[ 5 – Δημοσθένης, κατ’ Ἀνδροτίωνος, παρ. 30, 31, 32 ]

Ἐδῶ ὁ Δημοσθένης μᾶς λέει κάτι πολύ σημαντικό. Ὁ νομοθέτης, ἐλάμβανε τούς νόμους περισσότερο προνοητικῶς παρά γιά τό ἴδιο τους τό περιεχόμενο, ὅποτε δέν ἰσχύει τό συμπέρασμα πού αὐθαιρέτως ἔβγαλον οἱ ἑκάστοτε κακοπροαίρετοι ἤ ἀφελεῖς ξένοι ἐρευνητές, ὅτι οἱ νόμοι ἐθεσπίσθησαν διά νά μειωθοῦν τά πάμπολλα κρούσματα παιδεραστίας καί ὁμοφυλοφιλίας. Προνοητικῶς λοιπόν, ὁ νόμος ἀπηγόρευε εἰς τόν αἰσχρῶς ζήσαντα νά ὁμίλει, ἀφ’ ἑνός διά νά μήν διαφθείρεται ὁ λαός καί ἀφ’ ἕτερου διά νά προασπίζεται αὐτή ἡ ἴδια ἡ δημοκρατία.

 Εἰς τό ἑπόμενο ἀπόσπασμα ὁ Ἀθηναῖος ἱστορικός τοῦ 5ου αἰῶνος π.Χ. Ξενοφῶν μᾶς ὁμιλεῖ σχετικῶς μέ τήν νομοθεσίαν τῆς Σπάρτης πού ἔθεσε ὁ Λυκοῦργος: «Λεκτέον δέ μοῖ δοκεῖ εἶναι καί περί τῶν παιδικῶν ἐρώτων. Ἐστι γάρ τί καί τοῦτο πρός παιδείαν. Οἱ μέν τοίνυν ἄλλοι Ἕλληνες ἤ ὥσπερ Βοιωτοί ἀνήρ καί παῖς συζυγέντες ὁμιλοῦσιν, ἤ ὥσπερ Ἠλεῖοι διά χαρίτων τῆ ὥρα χρῶνται. Εἰσι δέ καί οἱ παντάπασι τοῦ διαλέγεσθαι τούς ἐραστάς εἰργουσιν ἀπό τῶν παίδων. Ὁ δέ Λυκοῦργος ἐνάντια καί τούτοις πᾶσι γνούς, εἰ μέν τίς αὐτός ὤν οἷον δεῖ, ἀγασθείς ψυχήν παιδός πειρῶτο ἄμεμπτον φίλον ἀποτελέσασθαι καί συνεῖναι, ἐπηνει καί κάλλιστην παιδείαν ταύτην ἐνόμιζεν. Εἰ δέ τίς παιδός σώματος ὀρεγόμενος φανείη, αἰσχιστον τοῦτο θεῖς ἐποίησεν ἐν Λακεδαιμόνι μηδέν ἧττον ἐραστάς παιδικῶν ἀπέχεσθαι ἤ γονεῖς παίδων ἤ καί ἀδελφοί ἀδελφῶν εἰς ἀφροδίσια ἀπέχονται. Τό μεντοι ταῦτα ἀπιστεῖσθαι ὑπό τινῶν οὐ θαυμάζω. ἐν πολλαῖς γάρ τῶν πόλεων οἱ νόμοι οὐκ ἐναντιοῦνται ταῖς πρός τούς παίδας ἐπιθυμίαις. Ἡ μέν δή παιδεία εἴρηται ἡ τέ Λακωνική καί ἡ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων. ἐξ ὀποτερας δ’ αὐτῶν καί εὐπειθέστεροι καί αἰδημονέστεροι καί ὤν δεῖ ἐγκρατέστεροι ἄνδρες ἀποτελοῦνται, ὁ βουλόμενος καί ταῦτα ἐπισκοπεῖσθω».

 

Δηλαδή :

«Νομίζω δέ ὅτι πρέπει καί περί τῆς παιδεραστίας νά ὁμιλήσω, διότι καί τοῦτο σχέσιν ἔχει πρός τήν μόρφωσιν. Οἱ μέν ἄλλοι Ἕλληνες ἤ συνδέονται στενῶς εἰς ζεύγη ἄνδρες καί παιδιά, ὅπως οἱ Βοιωτοί, ἤ χάριν τέρψεως ἀποβλέπουν πρός τήν νεανικήν ὡραιότητα, ὅπως οἱ Ἡλεῖοι. Μερικοί ὅμως καί ἐντελῶς ἀπαγορεύουν τάς συνομιλίας μεταξύ ἐραστῶν καί παιδιῶν. Ὁ Λυκουργος ὅμως ἀντίθετα πρός ὅλους τούτους σκεπτόμενος, ἄν μέν κανείς ὅπως πρέπει ἄνθρωπος εὕρισκεν εὐχαρίστησιν εἰς τήν ψυχικήν ἀρετήν παιδιοῦ καί προσεπάθη νά τόν κάμη τέλειον φίλον του καί νά τόν συναναστρέφεται, ἐπεδοκίμαζεν αὐτό καί ἐνόμιζεν τοῦτο μέσον καλλίστης ἀνατροφῆς. Ἄν ὅμως ἐπαρουσιάζετο κανείς ἐπιθυμητής τοῦ παιδικοῦ σώματος, ὁ Λυκοῦργος ἐθεώρησε τοῦτο πολύ ἀναίσχυντον καί ἐνομοθέτησεν εἰς τήν Σπαρτήν ν’ ἀπέχουν οἱ ἐρασταί ἀπό τά ἀγαπώμενα παιδιά, ὅσον ἀπέχουν εἰς ἀφροδισιακάς σχέσεις οἱ γονεῖς ἀπό τά τεκνά των καί ἀδελφοί ἀπό ἀδελφούς. Δέν ἀπορῶ δέ ὅτι μερικοί εἰς αὐτά δέν πιστεύουν, διότι εἰς πολλάς πόλεις οἱ νόμοι δέν ἐμποδίζουν τάς σωματικάς ὡς πρός τά παιδιά ἐπιθυμίας. Ἡ σπαρτιατική λοιπόν καί ἡ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἀνατροφή ἔχει ἐκτεθῆ ἀνωτέρω. ποιά δέ ἐκ τῶν δυό κάμνει καί εὐπειθέστερους ἄνδρας καί περισσότερον ἐντροπαλούς καί εἰς ὅ,τι πρέπει ἐγκρατεῖς, καί αὐτά ὁ καθείς ἄς τά σκεφθῆ ἐάν θέλη».

[ 6 – Ξενοφῶν, Λακεδαιμονίων πολιτεία, κεφάλαιον 2, παρ. 12, 13, 14 ]

Ὁ Ξενοφῶν λοιπόν λέει, ὅτι ἡ παιδεραστία πού σέ ἐμᾶς σήμερον ἔχει μόνον τήν ἀρνητικήν ἔννοια πού γνωρίζομεν, εἰς τήν ἀρχαία Ἑλλάδα εἶχε καί τήν καλήν ἔννοια ἀφοῦ καί ἐτυμολογικῶς ἡ λέξις σημαίνει : ἐράω τούς παίδας, δηλαδή ἀγαπάω τά παιδιά. Γιά αὐτό καί ἡ παιδεραστία συνδέεται στενῶς μέ τήν μόρφωσιν ὅπως λέει, διότι ὁ πνευματικῶς καί ψυχικῶς ὑγιής παιδεραστής εἶναι οὐσιαστικῶς ὁ μέντορας τοῦ παιδιοῦ πού ἔχει ἀναλάβη, ὁ καθοδηγητής τοῦ πρός τάς ἀρετάς.

Κατόπιν μᾶς λέει ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες σέ σχέσιν μέ τήν παιδεραστία, εῖχον τρεῖς διαφορετικάς ἀντιλήψεις, αἵτινες συνεβάδιζον καί μέ τόν σχετικόν νόμον πού ἐθέσπιζε ἡ κάθε πόλις. Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἠκολούθον τήν ὑγιῆ πλευρά τῆς παιδεραστίας ὅπως ἐξηγήσαμε παραπάνω. Κάποιοι ἄλλοι, ἐξ αἰτίας καί τῆς χαλαρότητος τῶν νομῶν ὅπως τῶν Ἠλείων, εἶχον κατεβάσει τό ἐπίπεδό τῆς ἀντιλήψεως τῶν εἰς τό νά τέρπονται σύν τοῖς ἄλλοις βλέποντας τήν νεανικήν ὡραιότητα τῶν σωμάτων, γι’ αὐτό καί ἐκεῖ ὑπῆρχον κάποια κρούσματα αἰσχρῶν σχέσεων μεταξύ ἐραστῶν – διδασκάλων καί ἐρωμένων – μαθητῶν ὅπως ἐπιβεβαιώνει καί ὁ Πλούταρχος σχετικῶς μέ τούς Ἠλείους καί τούς Θηβαίους, πού ἦτο ἄλλωστε καί οἱ μόνοι οἵτινες, ἐξ αἰτίας τῆς χαλαρότητος τῶν νόμων καί τῶν ἠθῶν, εἶχον κακή φήμη.

 

Γεώργιος Μέτσος

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Κατηγορίες

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: